Τετάρτη, Ιούλιος 01, 2009

Κανείς δεν θέλει να θυμάται...

Φωτό: Ένρι Canaj

Ήταν καλοκαίρι του 1990, στα Τίρανα. Χιλιάδες κάτοικοι των Τιράνων «εισέβαλαν» στις Δυτικές Πρεσβείες, ζητώντας πολιτικό άσυλο. Το καθεστώς αιφνιδιάστηκε αφήνοντας για δύο ημέρες ανεξέλεγκτη την κατάσταση... Μαζί με την κοπελιά μου, την Ντ, ταξιδέψαμε από την πόλη μου, τη Λούσνια, για να μπούμε σε κάποια από τις Πρεσβείες. Εκείνη ήθελε να μπούμε στην Ελληνική. Εγώ, ως γαλλομαθής, στη Γαλλική. Τελικά πείσθηκε και αποφασίσαμε να μπούμε στη Γαλλική. Όταν φθάσαμε όμως η Αστυνομία είχε περικυκλώσει τις Πρεσβείες και η πρόσβαση ήταν αδύνατη. Μερικές ώρες μετά την άφιξή μας στα Τίρανα άρχισαν οι συλλήψεις. Οι «ξένοι», ειδικά, που είχαν έρθει από την επαρχία, συλλαμβάνονταν και ξυλοκοπούνταν άγρια. Ο σταθμός του τρένου πολιορκήθηκε επίσης. Δεν μπορούσαμε να επιστρέψουμε στην Λούσνια. Σε ξενοδοχείο δεν μπορούσαμε να πάμε. Δεν είχαμε χρήματα και επιπλέον θα μας κάρφωναν σίγουρα. Τότε, περπατώντας και προσπαθώντας να μιλήσουμε στη διάλεκτο των Τιράνων για να μη μας «τσιμπήσουν» οι χαφιέδες, πήγαμε στη Λαπράκα, ένα χωριό στα περίχωρα των Τιράνων. Αποφασίσαμε να κρυφτούμε και να διανυκτερεύσουμε στην αυλή ενός σχολείου, δίπλα στον δρόμο, όπου δέσποζε το μπρούντζινο άγαλμα του Ενβέρ Χότζα. Λίγο πιο πέρα είδαμε ένα μεγάλο μπούνκερ. Μισούσαμε τα μπούνκερ, αλλά εκείνο το βράδυ ήταν το τέλειο καταφύγιο...

***
Η νύχτα ήταν ατέλειωτη. Φορτηγά του στρατού περνούσαν όλη την ώρα. Στρατιώτες που κραύγαζαν πάνω στα φορτηγά: «Θάνατος στους προδότες του έθνους!»... Τρέμαμε από τον φόβο μας, μήπως έρθουν οι στρατιώτες και μας βρουν στο μπούνκερ όπου είχαμε κρυφτεί. Καθόμασταν αγκαλιασμένοι και αμίλητοι. Παράξενο, ο φόβος ενίσχυε την ηδονή. Ίσως η ηδονή λειτουργεί κάποιες φορές σαν μηχανισμός άμυνας που σε προφυλάσσει από τον τρόμο... Κάναμε έρωτα, σιωπηλά, παθιασμένα, με τον φόβο καρφωμένο στις καρδιές και τα μυαλά μας, περιμένοντας να ξημερώσει, στο μπούνκερ, το σύμβολο της παράνοιας του καθεστώτος...

***
Τις προάλλες, έπειτα από είκοσι χρόνια, πήγα και επισκέφθηκα ξανά τον χώρο. Είχε γίνει αγνώριστος. Το μπούνκερ δεν φαινόταν πουθενά. Ούτε το άγαλμα του Ενβέρ Χότζα. Μια τεράστια πολυκατοικία βρισκόταν τώρα στο ίδιο μέρος, η οποία είχε «φάει» ένα καλό κομμάτι από την αυλή του σχολείου. Είχε επισκιάσει το σχολείο, σαν τέρας που κόβει την πηγή του φωτός. Η μανία της τσιμεντοποίησης που σαρώνει τα πάντα. Στην αυλή του σχολείου, που λειτουργούσε τώρα ως Λύκειο, κορίτσια και αγόρια κουβέντιαζαν, έπαιζαν με τα κινητά τους. Ένα φρέσκο σύνθημα στον τοίχο «we love Μichael Jackson»... Λίγο πιο πέρα ένα σύνθημα στα αλβανικά: «Σε θέλω!». Στην ίδια θέση, είκοσι χρόνια πριν, πιθανόν να υπήρχε γραμμένο με μεγάλα γράμματα το σύνθημα: «Το νερό κοιμάται. Ο εχθρός δεν κοιμάται», από τα αγαπημένα του καθεστώτος. Ένα κορίτσι και ένα αγόρι, λίγο πιο πέρα, έπαιζαν με τα χέρια και τα χείλη τους. Στην εποχή του κομμουνισμού ήταν αυστηρά απαγορευμένο να φιληθείς δημόσια. Ακόμα και στη φυλακή πήγαινες για κάτι τέτοιο... Ένα αίσθημα θαυμασμού και φθόνου με «τσίμπησε» βλέποντας το ζευγάρι των εφήβων... Ένας πενηντάχρονος κύριος πέρασε εκεί κοντά. Τον ρώτησα εάν είναι κάτοικος του χωριού. Μου απάντησε πως ναι. «Θυμάσαι το μπούνκερ στην αυλή του σχολείου;», τον ρωτάω. Με κοιτάζει παράξενα, λες και βλέπει ένα φάντασμα από το παρελθόν. «Δεν θυμάμαι. Εδώ δεν υπήρχε ποτέ μπούνκερ», μου απαντά. Μένω αμήχανος... Εδώ, σκέφτομαι, κανείς δεν θέλει να θυμάται. Τα θύματα γιατί δεν αντέχουν το βάρος ενός αβάσταχτου παρελθόντος. Οι θύτες γιατί βολεύονται μια χαρά. Και μέσα στη λήθη, το παρόν χτίζει άσχημες πολυκατοικίες, τρώγοντας τις αυλές των σχολείων...

Τίρανα: Ιούνιος 2009

Κυριακή, Ιούνιος 21, 2009

«Τι δουλειά έχεις εσύ με αυτούς;»


"Αγαπητέ «Υπάρχουμε... Συνυπάρχουμε;». Με λένε Νίκη και μένω στην Αθήνα. Ανήκω σε εκείνους τους λίγους που δεν έχουν αυτοκίνητο και δίπλωμα οδήγησης. Θα μπορούσα να έχω, αλλά επέλεξα να κάνω ταξίδια για να δω τι γίνεται πέρα από τη μύτη μας. Έτσι κι αλλιώς φοβάμαι την οδήγηση και προτιμώ τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας... Επειδή μένω κοντά σε νοσοκομείο, στο λεωφορείο βλέπω κάθε μέρα γυναίκες μετανάστριες μεγάλης ηλικίας που εργάζονται ως αποκλειστικές νοσοκόμες. Μιλάνε μεταξύ τους ελληνικά, αν και είναι από διαφορετικές χώρες. «Να πληρώσω τους λογαριασμούς και να φάω κάτι», άκουσα να λέει κάποια μέρα μια κυρία γύρω στα 60. «Τι σύμπτωση», σκέφτομαι. Αυτό εύχομαι και εγώ. Δεν έχω κλείσει ακόμη τα τριάντα. Σπούδασα σε δύσκολη σχολή, μιλώ άπταιστα δύο ξένες γλώσσες και πριν από τρία χρόνια άρχισα να εργάζομαι ως ελεύθερη επαγγελματίας... Αν το σύστημα δεν ήταν αναξιοκρατικό, θα είχα μια σταθερή δουλειά και θα προσέφερα τις υπηρεσίες μου στην πατρίδα μου. Τώρα νιώθω συχνά πιο ξένη και από τις ηλικιωμένες αλλοδαπές του λεωφορείου. Γιατί σε αυτή τη χώρα, όποιος αρνηθεί να περάσει από την ταπείνωση του πολιτικού γραφείου, παραμένει φτωχός πλην τίμιος...

***

Ο πρώην φίλος μου ήταν μουσουλμάνος μετανάστης. Κάποτε έβρισκε δουλειά. Έστελνε χρήματα και στους δικούς του. Τα πράγματα άλλαξαν από τότε που άρχισαν όλοι να μιλούν για την οικονομική κρίση. Μια φορά είχαμε πάει μαζί σε έναν εργοδότη. Μας άφησαν να περιμένουμε αρκετή ώρα. Δεν μας μιλούσαν ξεκάθαρα. Περάστε ξανά αργότερα και τέτοια... Τελικά μας μίλησαν ξεκάθαρα: «Δεν προσλαμβάνουμε αλλοδαπούς!». Και με ύφος περιέργειας, αλλά και περιφρόνησης με ρώτησαν: «Τι σας είναι το παιδί»; «Φίλος μου», απάντησα με ντροπή... Και εκείνοι ξαναρώτησαν: «Και τι δουλειά έχεις εσύ με αυτούς;». Σε αποτυχημένες συνεντεύξεις είχα πάει αρκετές φορές. Αλλά η απόρριψη τώρα ήταν διπλή. Πολλαπλή. Για να πω την αλήθεια, πολλές φορές ένιωσα πιο ξένη και από τον πρώην φίλο μου. Σε αυτό συνέβαλε και η συμπεριφορά των δικών μου, επειδή επέλεξα έναν «φτωχό». Με έβλεπε στενοχωρημένη και με ρωτούσε: «Τι σκέφτεσαι;». «Τίποτα», του απαντούσα. Και όμως, κάτι σκεφτόμουν. Ότι το χρήμα όλα τα καλύπτει. Ότι στην οικογένειά μου θα χαίρονταν αν παντρευόμουν έναν πρώην έμπορο ναρκωτικών με μεγάλη περιουσία, ξεπλυμένο από κάποιο καλό ποινικολόγο. Και Αλβανό και Πακιστανό, και Ρώσο και Αφρικανό και φονιά και σωματέμπορο και σχιζοφρενή ακόμα θα δέχονταν με χαρά, αν είχε «πολλά λεφτά». Δυστυχώς η σχέση μας δεν άντεξε. Διαλύθηκε εξαιτίας αγεφύρωτων διαφορών κουλτούρας, που ήρθαν στην επιφάνεια με το πέρασμα του χρόνου (η εχθρική στάση των δικών μου και του περιβάλλοντος γύρω μου, επειδή επέλεξα να ερωτευτώ έναν μετανάστη θα με συνοδεύσει για πάντα). Αυτή είναι η προσωπική μαρτυρία που ήθελα να σας εμπιστευθώ.

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Νίκη Φ.
Αθήνα"

ΥΓ: Τα πλήρη στοιχεία της Νίκης Φ. όπως και το προσωπικό της e-mail είναι στη διάθεση της στήλης. Οφείλω να γνωστοποιήσω στους αναγνώστες της στήλης ότι ειδικά οι μετανάστριες γυναίκες που «τόλμησαν» να μας στείλουν τις μαρτυρίες τους, τις οποίες δημοσιεύσαμε τις προηγούμενες εβδομάδες, έχουν δεχτεί χυδαίες φραστικές επιθέσεις και απειλητικά μηνύματα στα e-mails τους από άγνωστους «αγανακτισμένους πολίτες». Η βία των φασιστόμουτρων φαίνεται πως δεν περιορίζεται μόνο στις πλατείες. Εξαπλώνεται και στο Διαδίκτυο...

Δευτέρα, Ιούνιος 15, 2009

Την μαύρη ή την ξανθιά;

video

Είδα αυτό το βίντεο και θυμήθηκα ένα κομμάτι που είχα γράψει πριν απο τρία χρόνια.

Μια Αμερικανίδα σκηνοθέτις, η Κίρι Ντέιβις, αποφάσισε προ ημερών να κάνει το «τεστ της κούκλας» στο Χάρλεμ. Έβαλε μια ομάδα εξάχρονων μαύρων παιδιών να επιλέξουν ανάμεσα στη «μαύρη κούκλα» (φτιαγμένη ειδικά για τους μαύρους της Αμερικής, στη δεκαετία του '70) και την κατάξανθη Barbie. Τα περισσότερα παιδάκια προτίμησαν την κατάξανθη Barbie! Απέρριψαν, κατά κάποιον τρόπο, την ίδια την ταυτότητά τους. Πολλοί πίστευαν ότι τα παιδάκια του Χάρλεμ, μετά από τόσα χρόνια, θα ταυτίζονταν με την Ναόμι Κάμπελ ή έστω με την Κόντι Ράις, επιλέγοντας έτσι την «μαύρη κούκλα». Εις μάτην. Προτίμησαν την ξανθιά Barbie.
Τα μικρά παιδιά φαίνεται πως γνωρίζουν καλά τις κοινωνικές αλήθειες των μεγάλων. Ίσως και να βλέπουν πολλές διαφημίσεις. Καταλαβαίνουν λοιπόν ότι, σε αυτόν τον κόσμο, πρέπει να είσαι λευκός (και ξανθιά), για να έχεις τα ωραιότερα αυτοκίνητα, τα ακριβότερα ρούχα, τις καλύτερες δουλειές, τις καλύτερες ξυριστικές μηχανές, τις τέλειες γραμμές και για να κάνεις ονειρεμένες διακοπές: ώστε να μαυρίζεις όχι από το κακό σου αλλά από ηλιοθεραπείες...
Τα παιδάκια του Χάρλεμ γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει λευκός Μάικλ Τζάκσον, που να θέλει να απαλλαγεί από το λευκό χρώμα της επιδερμίδας του. Γνωρίζουν, ίσως, ότι στην Ευρώπη οι μετανάστριες από την Αφρική σακατεύουν συχνά την επιδερμίδα τους με καρκινογενείς κρέμες, για να το ασπρίσουν λιγάκι, ελπίζοντας ότι θα βρουν πιο εύκολα δουλειά. Και εάν δεν τα γνωρίζουν όλα αυτά, διαισθάνονται πώς παίζεται το «παιχνίδι των χρωμάτων» στον κόσμο των μεγάλων και δεν έχουν καμία διάθεση να βολοδέρνουν. Καταλαβαίνουν ότι η Ναόμι και η Κόντι είναι λίγες. Οι Barbie είναι πολλές. Τα παιδάκια δεν υποκρίνονται. Προτιμούν αυτούς που νικάνε, που προχωράνε. Φοβούνται το στίγμα, την απόρριψη, την αποτυχία. Τι πιο φυσικό από αυτό;
Το ίδιο, νομίζω, θα γινόταν εάν βάζαμε τα παιδάκια των μεταναστών στην Ελλάδα να επιλέξουν ανάμεσα στην «κούκλα μετανάστη» και την «κούκλα γηγενή». Θα επέλεγαν, σίγουρα, την «κούκλα γηγενή». Γιατί ξέρουν πως εάν παραμείνουν μια ζωή «μετανάστες», με μια άδεια παραμονής που βγάζουν με χίλια ζόρια και χιλιάδες καθημερινές ταπεινώσεις οι γονείς τους, θα είναι καταδικασμένα να είναι πολίτες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας. Και θα ζήσουν μια ζωή με το στίγμα του ξένου...
Θα είχε ενδιαφέρον, εάν κάναμε το «τεστ της κούκλας» με τα μαύρα παιδάκια στη Κυψέλη. Μιλώντας με πολλούς μετανάστες από την Αφρική, φοβάμαι ότι τα περισσότερα παιδάκια θα επέλεγαν την κατάξανθη Barbie... Δοκιμάστε να ζητήστε δουλειά σε καφετέρια ή σε φαστ φουντ, εάν είστε μαύρος/η, και θα καταλάβετε γιατί... Εκτός αυτού, τα παιδάκια γνωρίζουν ότι την «μαύρη κούκλα» την σταματούν συνέχεια στον δρόμο οι αστυνομικοί για «εξακρίβωση στοιχείων». Επιπλέον, εκείνη πρέπει να αντέξει και τον ρατσισμό των λευκών μεταναστών. Ενώ τελευταίως ανησυχεί κάθε φορά που η Εθνική Ελλάδος διακρίνεται σε κάποιο άθλημα. Από την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού στην Πορτογαλία και μετά, μια δράκα ακροδεξιών έχει αποφασίσει να «συνδυάσει» τους πανηγυρισμούς για τις επιτυχίες της Εθνικής με το κυνήγι και το ξυλοκόπημα μαύρων και μελαψών μεταναστών: συνέβη ξανά προχθές στο κέντρο της Αθήνας... Φθάνει άραγε ένας «Σόφο» στην Εθνική για να μην προτιμήσουν τα μαύρα παιδάκια την κατάξανθη Barbie
;

Τρίτη, Ιούνιος 09, 2009

Σβαστικάκια και δεντράκια

Μας λένε ότι η Ευρώπη είναι μακριά από τους πολίτες. Δίπλα είναι, απλά φροντίζουν να την κρατήσουν όσο γίνεται πιο μακριά τα κόμματα, τα συνδικάτα, τα ΜΜΕ. Δεν υπάρχει «ευρωπαϊκό πνεύμα», μας λένε. Πώς να υπάρχει όταν δεν το βρίσκεις ούτε στα προγράμματα των κομμάτων, ούτε σε εκείνα των συνδικάτων, ούτε, ασφαλώς, στα ΜΜΕ; Το «εθνικιστικό ψέμα» επιμένει ότι όλα μπορεί να λυθούν εθνικά, αν και είναι πασιφανές ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει πια. Μας λένε, επίσης, ότι έτσι όπως πάμε, δεν θα αργήσει η μέρα που η Ε.Ε. θα είναι ένα πτώμα. Μόνο που το πτώμα θα πέσει πάνω στα κεφάλια μας και θα μας θάψει όλους. Οι μόνοι που μπορούν να χορέψουν τσάμικο πάνω στο πτώμα της Ε.Ε. είναι οι ακροδεξιοί και οι σταλινικοί...

***

Όταν οι πολίτες απέχουν από την κάλπη, κερδισμένοι βγαίνουν οι φανατικοί και τα φασιστόμουτρα. Αυτό συνέβαινε και θα συμβαίνει πάντα. Το διαπιστώσαμε ανά την Ευρώπη και προχθές. Η μοναδική παρηγοριά, ειδικά για την Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι πήγαν καλά και οι Πράσινοι. Αλλά αν η αποχή συνεχίζει με τέτοιους ρυθμούς, τότε δεν θα αργήσει η μέρα που σε όλη την Ευρώπη θα χαράξουμε σβαστικάκια στα δεντράκια (αυτά που θα έχουν γλιτώσει, βέβαια, από τις πυρκαγιές, τους καταπατητές και τα αυθαίρετα)... Απορώ πώς βαφτίζουν την αποχή διαμαρτυρία. Κατά τη γνώμη μου η αποχή σημαίνει: «Κάντε ό,τι θέλετε. Όποιος και αν μας κυβερνήσει, εμάς δεν μας νοιάζει. Είμαστε το ίδιο ευχαριστημένοι»...

***
Ο αληθινός νικητής αυτών των εκλογών δεν ήταν η αποχή. Ήταν, ξανά, οι δημοσκοπήσεις. Σημαντικό μέρος της συζήτησης για τις ευρωεκλογές αναλώθηκε για το κατά πόσο έπεσαν παραέξω ή παραμέσα. Σε μια εβδομάδα, το πολύ δυο, θα ξεχαστεί η νίκη του ΠΑΣΟΚ, η ήττα της Ν.Δ., η ακρίβεια, η διαφθορά, η άνοδος της μισαλλοδοξίας. Θα μιλάμε για τα ποσοστά του τάδε νυν δελφίνου, για τη διαφορά του από τον δείνα πρώην δελφίνο. Θα μας πουν ότι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις δεν νίκησε ο Παπανδρέου, αλλά έχασε ο Καραμανλής. Θα μας πουν ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ψυχή του λαού διψά για «επιχειρήσεις σκούπα» και πάμπολλα άλλα. Χρόνια τώρα, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, μάνατζερ δεν τολμούν να κάνουν βήμα χωρίς την άδεια των δημοσκοπήσεων. Οι δημοσκοπήσεις είναι η πιο απατηλή έκφραση της λαϊκής θέλησης. Η εφημερίδα «USΑ Τoday» δημοσίευε τις προάλλες μια δημοσκόπηση, σύμφωνα με την οποία οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν θέλουν να κλείσει το Γκουαντάναμο. Ωραία. Μια δημοσκόπηση, κατάλληλα πλασαρισμένη, θα έβγαζε σίγουρα ότι η πλειονότητα των ανδρών ανά τον κόσμο θέλουν να δείρουν τις γυναίκες τους. Οι δημοσκοπήσεις φτιάχνουν απλοϊκούς ανθρώπους και πολίτες. Γιατί ο κύριος σκοπός μιας δημοσκόπησης είναι να δώσει απλοϊκές απαντήσεις σε περίπλοκα προβλήματα. Οι δημοσκοπήσεις είναι προπαντός άρνηση του μέλλοντος. Είναι η αιώνια δικτατορία του παρόντος, στο οποίο βράζουμε στο ζουμί μας. Είναι το ιδανικό εργαλείο της συντήρησης και της νοοτροπίας: «μην τολμήσεις τίποτα. Μην αλλάξεις τίποτα». Αν οι ιδρυτές της Ε.Ε. έβλεπαν δημοσκοπήσεις, δεν θα υπήρχε η Ε.Ε. Εάν ο γέρος Καραμανλής έβλεπε δημοσκοπήσεις, η Ελλάδα δεν θα ήταν στην Ε.Ε. Εάν ο Κώστας Σημίτης εξαρτιόταν από τις δημοσκοπήσεις, η Ελλάδα δεν θα ήταν στην ΟΝΕ. Εάν ο Ομπάμα έβλεπε δημοσκοπήσεις, δεν θα έβαζε ποτέ υποψηφιότητα για πρόεδρος των ΗΠΑ. Οι δημοσκοπήσεις εξελίσσονται στον χειρότερο εχθρό της δημοκρατίας και τον καλύτερο σύμμαχο του λαϊκισμού. Και όταν οι πολίτες δεν βλέπουν πια τους πολιτικούς ως ηγέτες αλλά ως πελάτες δημοσκοπικών εταιρειών, τότε θα προτιμήσουν το μαγιό αντί για την κάλπη...

Σάββατο, Ιούνιος 06, 2009

A short border handbook

Το παρακάτω κείμενο είναι αποκλειστικά (και δυστυχώς) για όσους γνωρίζουν αγγλικά. Μια κριτική του βιβλίου μου στην βρετανική The Indipendent. Το κομμάτι αναφέρεται και στα γεγονότα στον Αγ. Παντελεήμονα.

A Short Border Handbook, By Gazmend Kapllani

Reviewed by Maya Jaggi

Friday, 5 June 2009

Last weekend I stumbled across a far-right rally in Thessaloniki, Greece's second city. The signature cadences of an aspiring fascist demagogue, and the small crowd's robotic chants, were unmistakable even before I caught sight of the capo sawing the air at the waterfront under a statue of Alexander the Great. The dark-uniformed neo-Nazis then paraded their Greek flags through town in the run-up to this Sunday's European elections, flinging about leaflets stamped with a swastika-like Hellenic emblem and urging that "illegal immigrants" be sent home.

Gazmend Kapllani, a prominent Greek journalist born in Albania, believes it was supporters of the same neo-Nazi group, Chrysi Avyi or Golden Dawn, who tried to beat him up two weeks ago at a public reading of this memoir. It was held in Aghios Panteleimonas, effectively a migrant ghetto in central Athens named after the "saint of charity for all". At Thessaloniki's book fair, Kapllani told me that he had taken refuge in a nearby house for several hours while some 20 neo-Nazis rampaged - unhindered by police - terrorising children in a playground, then blogging that they had cleared the district of "scum" like him. Earlier, an Orthodox priest was attacked for distributing food, and his church firebombed.

Anne-Marie Stanton-Ife's translation of A Short Border Handbook could not be timelier. Born in 1967, Kapllani entered Greece with many Albanians in 1991, six years after the dictator Enver Hoxha died, and soon after the gates of the prison-state were opened. Kapllani, who had taught himself Italian and French for a clandestine window on the world, worked as a builder, cook and kiosk-attendant in Athens while learning Greek and English, studying philosophy and earning a doctorate. Now a columnist for Ta Nea, Greece's largest-circulation left-wing newspaper, he is one of the few to have "made it". Yet he feels a "mixture of deliverance and perplexity", a symptom of what he terms "border syndrome".

In the ironically titled "handbook", fragments of memoir alternate with more timeless reflections on migration, shifting from first to second to third person. Partly fictionalised, it draws on others' experiences, including the brutal trafficking of women. Yet pain coexists with humour, as in his sardonic take on how Albanian men are perceived, with their "primitive haircut", eyeing women "the way Quasimodo looks at Esmeralda" or charging into a video shop "as though we had come to greet the messiah". Pointing out that cold-war Greece narrowly escaped communism, one man says: "Why didn't they get Hoxha instead of us? Bastards." The result combines the wittily mischievous eye for absurdity of George Mikes's How to be an Alien with the philosophical insight of Milan Kundera.

Kapllani recalls a childhood of ubiquitous, Stasi-like informers, and a rebellious "xenomania" amid paranoid isolation. People decorate their houses with soap-powder cartons washed up from the Adriatic. Yet in his first week on Greek soil, after hiding in a truck and walking through the barbed-wire border, he is body-searched in a supermarket, lied to, starved and incarcerated ­ latterly in an insanitary warehouse after a police round-up of suspected criminals. "We are nursing a timebomb," a TV reporter says. "Deport them now." Yet "why should I have to answer for every last criminal who happens to have been born in the same country as me?"

He reflects on the drive of the "egotistical narcissist" feeling too good for his native land; the dilemmas of memory and self-reinvention; the orphan's sense of being free but lost. The book traces the "thousands of invisible borders" that persist, from locals who speak "like a sewing machine" to landlords who stipulate "no foreigners, no pets" - recalling the "no blacks, no Irish" of a Britain before the Race Relations acts.

Images of the first Iraq war have no effect on these migrants: "We had our own battle to fight." Yet while Albanians and Afghans remain scapegoated, Greek mass emigration of the 1950s and 1960s is taboo. "One of your crimes is that you remind the natives of what life used to be like for them... the pain and humiliation of being a migrant, the worn-out faces, the peasant gait, the heavy stench of sweat and garlic."

"You cannot understand a migrant if you haven't heard his story." With the best migrant literature, this book tells a collective story through a personal one. "You have no voice. You are not even a consumer," Kapllani says. Yet in giving himself a voice, he has become a target, even for those who scorn the far right but share its assumptions: "those who fear you the most are those who read few books but watch too much television". While all of us are "incurably transient" on this Earth, our greatest virtue, he suggests, is the ability to adapt to change, regardless of who we're descended from. It's a virtue as much for hosts seeing their societies transformed as for newcomers; for those of us with "cool" passports as much as those landed by pure chance with "bad" ones.

http://www.independent.co.uk/arts-entertainment/books/reviews/a-short-border-handbook-by-gazmend-kapllani-trans-annemarie-stantonife-1696906.html





Σάββατο, Μάϊος 30, 2009

Συνάντηση με τον Ενβέρ Χότζα στο Λονδίνο


Ήταν Σάββατο όταν προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο Stanstead του Λονδίνου. Μπροστά στον έλεγχο διαβατηρίων ξαναθυμήθηκα ότι δεν κουβαλάω «cool διαβατήριο»... Έτσι πήγα στην ουρά με εκείνους που κουβαλούν «κακό διαβατήριο». Η αστυνομικός ήταν μια όμορφη ξανθιά νεαρή κοπέλα. Αρκετά μουτρωμένη… Πέρασα τον έλεγχο και τις ερωτήσεις της με επιτυχία και συνέχισα προς την βαλίτσα μου… Θα έμενα σε ένα ξενοδοχείο κοντά στην Τραφαλγκάρ Σκουέρ και τον Τάμεση. Citadines το όνομά του. Στην είσοδο, μια αναμνηστική πλάκα ενημέρωνε ότι την πρώτη πέτρα στα θεμέλιά του την έβαλε κάποιος Πρίγκιπας της Ουαλίας του οποίου όμως το όνομα δεν συγκράτησα. Γύρω του pubs του 16ου αιώνα και μεσαιωνικές εκκλησίες. Η κοπέλα στη ρεσεψιόν ήταν μελαψή και χαμογελαστή. Καμία σχέση με τη μουτρωμένη αστυνομικό. Μου είπε ότι το δωμάτιό μου είναι στον έβδομο όροφο. Χάρηκα. Μου αρέσει το ύψος. Μόλις έφθασα στο δωμάτιο, έβγαλα το laptop μου για να συνδεθώ στο Ίντερνετ. Έχω αποκτήσει εξάρτηση. Ίσως, γιατί από όλες τις πατρίδες που μου έτυχε να γνωρίσω, το Ίντερνετ αποδείχθηκε η πιο γενναιόδωρη… Δεν κατάφερνα όμως να συνδεθώ. Κάλεσα τότε στη ρεσεψιόν και η ίδια φωνή που με είχε καλωσορίσει μου είπε ότι ένας συνεργάτης θα ερχόταν σύντομα στο δωμάτιό μου για να λύσει το πρόβλημα. Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό όταν ένας ευγενικός κύριος με μπλε στολή εμφανίστηκε στη πόρτα. Είπαμε «hello» και σκέφτηκα ότι πρέπει να είναι Κινέζικης καταγωγής, γύρω στα σαράντα πέντε. Ξαφνικά, ενώ εκείνος προσπαθούσε να βρει τι έτρεχε με το Ίντερνετ παρατήρησα το όνομά του, κρεμασμένο επάνω, στην αριστερή πλευρά της στολής του: Enver. Για μια στιγμή, ένας μικρός κεραυνός «διέσχισε» τον εγκέλαφό μου. «Είναι το Ενβέρ κινέζικο όνομα;» είπα μέσα μου. Προσπάθησα να το ξεπεράσω αλλά δεν τα κατάφερα. Είναι ένα όνομα που έχει ορίσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής μου. Ξανακοίταξα το όνομα πάνω στην στολή του: Enver. «Είναι το Ενβέρ κινέζικο όνομα;» είπα ξανά μέσα μου. «Συγνώμη, είστε από την Κίνα;» - τον ρώτησα. «Ναι» μου απάντησε ευγενικά. «Συγνώμη για την αδιακρισία αλλά το Ενβέρ είναι κινέζικο όνομα;». Εκείνος χαμογέλασε και έκανε μια χειρονομία του τύπου «που να σου εξηγώ». «Είναι παλιά ιστορία» απάντησε. «Το όνομά μου προέρχεται από έναν Αλβανό δικτάτορα, τον Ενβέρ Χότζα»…

***

Στην αρχή σκέφτηκα ότι είχε μάθει πως είμαι από την Αλβανία και ήθελε να μου κάνει πλάκα. Είχα ταξιδέψει στο Λονδίνο για να μιλήσω την επομένη για το βιβλίο μου. Για να μιλήσω, ανάμεσα στα άλλα, για τα φρικτά σύνορα του ολοκληρωτισμού, στην Αλβανία του Ενβέρ Χότζα. Και αυτή την στιγμή, σε ένα βροχερό λονδρέζικο απόγευμα, βρισκόμουν στο δωμάτιο ενός Βρετανικού ξενοδοχείου, στον 7ο όροφο, δίπλα στον Τάμεση, περικυκλωμένος από βικτωριανά κτήρια, και μπροστά μου είχα έναν τύπο από την Κίνα που είχε πάρει το όνομά του από τον Ενβέρ Χότζα… Ε, αυτό πήγαινε πολύ… Δεν ξέρω τι ύφος πρέπει να είχα πάρει εκείνη τη στιγμή. Όταν συνήλθα κάπως είδα ότι ο Ενβέρ με κοιτούσε με ανήσυχο βλέμμα. Τον ρώτησα αν είχα ακούσει καλά ότι είχε πάρει το όνομά του από τον Ενβέρ Χότζα. Έγνεψε «ναι» με το κεφάλι. Τότε του εξήγησα την αιτία της μεγάλης μου έκπληξης. «Είμαι από την Αλβανία» του είπα, περιμένοντας για την αντίδρασή του. Ήταν η σειρά του να γουρλώσει τα μάτια από την έκπληξη.

«Απίστευτο» είπε.

«Απίστευτο» είπα.

«Απίστευτο» είπαμε…

***

Ξεχάσαμε το Ίντερνετ και ο Ενβέρ άρχισε να μου αφηγείται την ιστορία του ονόματός του. Το πλήρες του όνομα είναι Ενβέρ Τόχτι. Γεννήθηκε το 1963 στην επαρχία Ξιανγιάνγκ, η οποία κατοικείται από μουσουλμάνους Ουιγούρους. Όταν γεννήθηκε η Κίνα και η Αλβανία ήταν στο αποκορύφωμα της «καθαρής σοσιαλιστικής αγάπης». Η Κίνα είχε γίνει εχθρός με την Σοβιετική Ένωση. Η Αλβανία είχε γίνει εχθρός με όλο τον κόσμο. Η Αλβανία ήταν για την κομμουνιστική Κίνα η μοναδική φίλη χώρα στην Ευρώπη. Η Κίνα ήταν για την Αλβανία του Ενβέρ Χότζα η μοναδική φίλη χώρα στον κόσμο. «Εγώ γεννήθηκα σε μια μικρή πόλη, ανατολικά του Ξιανγιάνγκ, Κομούρ το λένε. Τον καιρό που γεννήθηκα εγώ, το ραδιόφωνο - δεν υπήρχαν τηλεοράσεις τότε – μιλούσε μέρα νύχτα για τη μεγάλη μας φίλη, την Αλβανία, και τον μεγάλη ηγέτη και προσωπικό φίλο του Μάο, τον Ενβέρ Χότζα» συνέχισε. «Τότε υπήρχε μια έκρηξη του ονόματος Ενβέρ στην Κίνα, ειδικά στην περιοχή των μουσουλμάνων Κινέζων». Έτσι οι γονείς του, για να είναι πολιτικά trendy, του έβαλαν το όνομα Ενβέρ προς τιμή του Ενβέρ Χότζα. «Υπήρχε τέτοια έκρηξη του ονόματος Ενβέρ που στο δημοτικό σχολείο από τα δεκαοκτώ αγόρια που ήμασταν, τα έξι τα έλεγαν Ενβέρ» προσέθεσε. Εδώ και καιρό μου έχει γίνει έμμονη ιδέα ένα ταξίδι στην Κίνα. Το να πάω και να βρω τους άλλους Ενβέρ στο Κομούρ είναι ένα καλό κίνητρο νομίζω…

***

Την άλλη μέρα συναντηθήκαμε ξανά με τον Ενβέρ στο χολ του ξενοδοχείου. Του έδωσα το βιβλίο μου και άκουσα την ιστορία του. Την επώδυνη ιστορία ενός καλλιεργημένου ανθρώπου, κυνηγημένου από το καθεστώς στην πατρίδα του και εξαπατημένου από αδίστακτους Βρετανούς δημοσιογράφους.

Στην Ξιανγιάνγκ η Κίνα κάνει εδώ και σαράντα χρόνια τις πυρηνικές της δοκιμές, με αποτέλεσμα το καρκίνο και οι «παράξενες αρρώστιες» να σαρώσουν στην επαρχία. Ο Ενβέρ σπούδασε ιατρική στην Κίνα και ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος στο θέμα των πυρηνικών δοκιμών, λόγω επαγγέλματος και επειδή στενοί του συγγενείς είχαν πεθάνει λόγω της ραδιενέργειας. Πριν από επτά χρόνια έκανε την ειδίκευσή του στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον βρήκαν δυο Βρετανοί δημοσιογράφοι του Channel Four. Του ζήτησαν να τους βοηθήσει για να κάνουν μια έρευνα για τις πυρηνικές δοκιμές της Κίνας στην Ξιανγιάνγκ. Εκείνος δέχτηκε υπό τον όρο ότι θα κρατούσαν την ανωνυμία του. Αλλιώς η ζωή του κινδύνευε. Παίζοντας την ζωή του κορώνα γράμματα, με μια κρυφή κάμερα, μπήκε σε νοσοκομεία, σε εργαστήρια, σε σπίτια αρρωστημένων κατοίκων, τεκμηριώνοντας την σχέση πυρηνικών δοκιμών, καρκίνου και «παράξενων νοσημάτων». Παρέδωσε το υλικό στους Βρετανούς δημοσιογράφους. Εκείνοι όμως δεν κράτησαν τον λόγο τους. Ούτε που τους ενδιέφερε άλλωστε η ζωή του. Τον έδειξαν, ουσιαστικά τον κάρφωσαν, στο ντοκιμαντέρ που έφτιαξαν. Πάνω από όλα ο εντυπωσιασμός. Ο Ενβέρ ευτυχώς κατάφερε να φύγει στην Τουρκία πριν τον συλλάβουν. Αλλιώς σήμερα, πιθανόν, θα ήταν νεκρός. Ζήτησε άσυλο στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ στην Κωνσταντινούπολη, επειδή η Τουρκία έχει υπογράψει με την Κίνα συνθήκη έκδοσης των Κινέζων αντιφρονούντων. Για δυο χρόνια έμεινε άπατρις. Ζήτησε βοήθεια από τους Βρετανούς δημοσιογράφους που τον είχαν εκθέσει. Έκαναν πως δεν τον ήξεραν. Την τρίτη χρονιά, μετά από πολλά βάσανα, κατάφερε να φθάσει στο Λονδίνο. «Όπου άρχισε μια άλλη δύσκολη περίοδο. Περίμενα να εγκριθεί η αίτηση για άσυλο και μέχρι τότε δεν μπορούσα να δουλέψω» λέει ο Ενβέρ. Τελικά, μετά από τρία χρόνια, η αίτησή του εγκρίθηκε. Σήμερα ο Ενβέρ είναι Βρετανός πολίτης. «Και εσύ πρέπει να έχεις ελληνικό διαβατήριο» μου λέει. «Όχι» του απαντώ και εκείνος νομίζει ότι του κάνω πλάκα. Του εξήγησα ότι στην Ελλάδα δεν παίρνουν ελληνικό διαβατήριο ούτε τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται και μεγαλώνουν εκεί. Γούρλωσε τα μάτια του από την έκπληξη. Τώρα ο Ενβέρ προσπαθεί να αναγνωρίσει το ιατρικό του δίπλωμα στην Αγγλία, για να μπορέσει να δουλέψει ως γιατρός. «Είναι πολύ δύσκολες οι εξετάσεις» μου λέει. «Έχω δώσει πέντε φορές και έχω αποτύχει. Αυτή είναι η έκτη φορά που θα δώσω». Ο όρκος του μέτοικου: «πρέπει να τα καταφέρω». Μιλώντας για τα ταξίδια μας, για το αίσθημα του ξένου, τον αγώνα για επιβίωση, το πείσμα του μέτοικου να ξεπεράσει τα αμέτρητα σύνορα που του στήνουν, ξεχάσαμε τον Ενβέρ Χότζα. Νιώσαμε πολύ πιο δεμένοι χάρη στο κοινό μας σύνδρομο: το σύνδρομο των συνόρων…


Ο Ενβέρ μου έκανε την χάρη να φωτογραφηθεί με το βιβλίο μου. Είναι ένα από τα πιο εκπληκτικά και παράξενα ενθύμια που έχω από τα ταξίδια μου


Λονδίνο, Μάιος 2009

Τρίτη, Μάϊος 26, 2009

Τρεις σκηνές σε μία πόλη...

Oμόνοια. Οι μουσουλμάνοι, λέγεται, περνούν τον δικό τους θρησκευτικό Μεσαίωνα. Πολύ πιθανόν. Σίγουρα πάντως στην Αθήνα διαβιούν σε «μεσαιωνικές συνθήκες». Στριμώχνονται σε βρώμικα υπόγεια που λειτουργούν ως χώροι λατρείας. Δεν υπάρχει τζαμί για αυτούς, όπως στη Ρώμη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο. Στοιβάζονται στα γκέτο της Ομόνοιας και του Αγίου Παντελεήμονα, ανάμεσα σε βρώμα, εμπόρους ναρκωτικών, νταβατζήδες, λαθρεμπόρους και ομάδες Χρυσαυγιτών που τους ξυλοκοπούν κάθε βράδυ. Ακόμα και «σοβαρές εφημερίδες» χαρακτηρίζουν τους μουσουλμάνους μετανάστες ως «Πέμπτη φάλαγγα» που στοχεύει να ξεκάνει την Ελλάδα. Είναι να απορείς λοιπόν γιατί θεριεύουν οι νεοναζί; Επιπλέον, λόγω της άφθονης μελανίνης στο δέρμα τους, οι μουσουλμάνοι μετανάστες είναι μόνιμος στόχος των «εξακριβώσεων στοιχείων». Σε μια τέτοια «εξακρίβωση στοιχείων», οι εκπρόσωποί τους καταγγέλλουν ότι ένας αστυνομικός έσκισε τις σελίδες του Κορανίου. Ήταν η σπίθα που πυροδότησε την εξέγερση στο όνομα του «Αλλάχ». Εάν οι μουσουλμάνοι είναι θρησκόληπτοι, οι συνθήκες διαβίωσής τους και η συστηματική απαξίωση θα τους κάνουν ακόμα πιο φανατικούς και θρησκόληπτους. Απλά μαθήματα Ιστορίας. Οι αρμόδιοι ανήγγειλαν πάντως ότι διατάχθηκε «έρευνα σε βάθος»...

Καισαριανή. Το Σάββατο το βράδυ ο δήμαρχος της πόλης, κ. Σπύρος Τζόκας, έγραψε συμβολικά στα δημοτολόγια του δήμου ένα παιδί μεταναστών από την Αφρική που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα. Υπάρχουν πλέον 200.000 τέτοια παιδιά, γεννημένα στην Ελλάδα, από νόμιμους μετανάστες. Παιδιά που δεν έχουν άλλη πατρίδα εκτός από την Ελλάδα, μεγαλώνουν ελληνικά, ερωτεύονται, ονειρεύονται, βλέπουν εφιάλτες στα ελληνικά. Παιδιά που για την Πολιτεία δεν υπάρχουν πουθενά, καταδικασμένα να μείνουν για πάντα ξένα. Τα πιο τυχερά από αυτά, όταν βρίσκουν την ευκαιρία, την κάνουν για αλλού. Σε χώρες όπου είναι αδιανόητο να μη σου αναγνωρίσουν την ιδιότητα του πολίτη όταν έχεις γεννηθεί εκεί και πληρώνεις φόρους. Αυτοί που τα καταφέρνουν όμως είναι λίγοι. Οι άλλοι, οι πολλοί, μένουν εδώ, ξοδεύοντας την ενέργειά τους για χαρτιά, μαζεύοντας νεύρωση, απαξίωση και οργή. Δεν ξέρω εάν έχουν μιλήσει ποτέ οι αρμόδιοι με αυτά τα παιδιά. Να διαπιστώσουν πόσο απελπισμένα και οργισμένα είναι. Πιθανότατα όχι. Γιατί οι αρμόδιοι προσποιούνται ότι το πρόβλημα δεν υπάρχει. Ίσως πιστεύουν ότι μια μέρα οι μετανάστες και τα παιδιά τους θα εξαφανιστούν ως διά μαγείας. Εν τω μεταξύ η οργή και η απελπισία αυτών των «ξένων ντόπιων» μεγαλώνει. Μέχρι να πλημμυρίσει τους δρόμους της πόλης μια μέρα. Και δεν θα χρειαστεί κανένα σκισμένο Κοράνι. Τους έχουν ήδη σκίσει και ξεσκίσει τη ζωή και το μέλλον. Και τότε οι αρμόδιοι θα απαντήσουν, πιθανόν, με μια «έρευνα σε βάθος»...

Άγιος Παντελεήμων. Την ίδια ώρα που ο δήμαρχος της Καισαριανής έγραφε στα δημοτολόγια του δήμου το μαύρο Ελληνάκι, βρισκόμουν στην Πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα. Εδώ και δυο μήνες η Πρωτοβουλία Κατοίκων και Φορέων του Αγ. Παντελεήμονα είχε προγραμματίσει εκεί την παρουσίαση του βιβλίου μου. Μας περίμενε μια οργανωμένη ομάδα «αγανακτισμένων πολιτών», που κραύγαζαν με ντουντούκες. Έβριζαν χυδαία τις γυναίκες και όποιον είχε έρθει να παρακολουθήσει την εκδήλωση, μας απειλούσαν και μας προπηλάκισαν. Φώναζαν: «Σας γαμήσαμε στον Εμφύλιο, θα σας γαμήσουμε και τώρα», «κομμούνια, προδότες», «θάνατος στους μετανάστες». (Λίγες ώρες πριν, πράγματι, κάποιοι προσπάθησαν να κάψουν μουσουλμάνους μετανάστες ζωντανούς στην Πλατεία Αττικής). Τα φαντάσματα έχουν βγει από την ντουλάπα της Ιστορίας. Περίπου 80 μετανάστες στην πλατεία παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι. Οι «αγανακτισμένοι πολίτες» τούς επιτέθηκαν με παλούκια. Κάθε βράδυ, άλλωστε, τους ξυλοκοπούν, τους γρονθοκοπούν, τους μαχαιρώνουν. Κάποιος άγνωστος με πλησίασε και μου είπε να προσέχω γιατί «θα με καθαρίσουν». Ήταν πασιφανές ότι οι φασίστες ήθελαν αίμα προχθές. Οι μετανάστες, κυνηγημένοι, έτρεχαν πανικόβλητοι. Μαυροφορούσες γιαγιάδες έτρεχαν πανικόβλητες. Τα ΜΑΤ παρακολουθούσαν σε «απόσταση ασφαλείας». Έφυγα συνοδευόμενος και μπήκα στο σπίτι ενός από τους διοργανωτές, κοντά στην πλατεία. Ίσως και γι΄ αυτό το περιστατικό θα διαταχθεί «έρευνα σε βάθος». Έτσι, από βάθος σε βάθος, μέχρι να αγγίξουμε τον πάτο...